Created jtemplate joomla templates

 
 

Γιατί η μάνα αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης...

Κυριακή, 11 Μάιος 2014 10:53  
 
Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(0 ψήφοι)
 

"Η μητέρα μου"

"…Κ’ η φωνή της μητέρας, πόσο σύγχρονη, καθημερινή, σωστή, -

μπορεί να προφέρει φυσικά τα πιο μεγάλα λόγια

ή και τα πιο μικρά, στην πιο μεγάλη σημασία τους, όπως:

“μια πεταλούδα μπήκε απ’ το παράθυρο”,

ή: “ο κόσμος είναι ανυπόφορα υπέροχος”,

ή “θα χρειαζόταν πιότερο λουλάκι στις λινές πετσέτες”,

ή “μου διαφεύγει μια νότα απ’ αυτήν την ευωδιά της νύχτας”,

και γελάει, ίσως για να προλάβει κάποιον που μπορούσε να γελάσει –

Αυτή η βαθιά της κατανόηση κ’ η τρυφερή επιείκεια

για όλους και για όλα (σχεδόν μια περιφρόνηση), -

τη θαύμαζα πάντα και την τρόμαζα

μ’ αυτή την ενσυνείδητη, υψηλή περηφάνια της,

αναμιγνύοντας το μικρό, πονηρό, πολυδιάστατο γέλιο της,

με το μικρό κρότο του σπίρτου και τη φλόγα του σπίρτου,

καθώς άναβε την λάμπα της τραπεζαρίας,

κ’ ήταν εκεί, φωτισμένη απ’ τα κάτω,

μ’ εντοπισμένο πιο ισχυρό το φωτισμό το ευθύγραμμο πηγούνι της

και στα λεπτά, παλλόμενα ρουθούνια της, που για λίγο

σταματούσαν ν’ ανασαίνουν και στένευαν

σαν για να μείνει κοντά μας, να σταθεί, ν’ ακινητήσει

μη διαλυθεί σα μια στήλη γαλάζιος καπνός στις πνοές της νύχτας,

μην την πάρουν τα δέντρα με τα μακριά κλαδιά τους, μη φορέσει

τη δαχτυλήθρα ενός άστρου για ένα απέραντο εργόχειρο

Έτσι έβρισκε πάντα η μητέρα την πιο ακριβή της κίνηση και στάση

ακριβώς τη στιγμή της απουσίας της, – πάντα φοβόμουνα

μήπως χαθεί απ’ τα μάτια μας, μήπως αναληφθεί καλύτερα, -

όταν έσκυβε να δέσει το σανδάλι της που άφηνε απ’ έξω τα υπέροχα

βαμμένα, κυκλαμένια νύχια της ή όταν διόρθωνε

τα μαλλιά της μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη με μια κίνηση

της παλάμης της τόσο χαριτωμένη, νεανική κι ανάλαφρη

σα να μετακινούσε – τέσσερα αστέρια στο μέτωπο του κόσμου,

σα να ‘βαζε να φιληθούν δυο μαργαρίτες πλάι στην κρήνη

ή σα να κοίταζε με τόλμη στοργική δυο σκυλιά

να κάνουν έρωτα καταμεσίς του σκονισμένου δρόμου

σ’ ένα καυτό, θερινό μεσημέρι.

Τόσο απλή και πειστική ήταν η μητέρα,

επιβλητική κι ανεξερεύνητη."

 

Γιάννης Ρίτσος, "Η μητέρα μου" (από τον "Ορέστη")

------------------------------------------------------------------

"Η μάνα μου"

  Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι  ήταν χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα. Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους….

  Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και να ‘ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά…

  Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να ‘ταν ο αγέρας  ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.

  Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μας μοσκομύριζε. Αγαπούσα πού τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα σώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

  Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μού διηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε ‘γω της στορούσα τους βίους των αγίων που ‘χα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου. Δεν έφτανα τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της, της χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα: Μπήκαν στον παράδεισο, μητέρα, μη στεναχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.

Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σαν να μου έλεγε: Αλήθεια λες; Και μου χαμογελούσε.

   Και το καναρίνι, μέσα στο κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό του και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να ‘χε κατέβει από τον παράδεισο, σαν να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.

  Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου, δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το σπλάχνο μου η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρουδιά τούτη και με το κελάηδημα του καναρινιού…

 

Νίκος Καζαντζάκης, απόσπασμα από το «Αναφορά στο Γκρέκο» 

 

Image courtesy of Serge Bertasius Photography at FreeDigitalPhotos.net

Τελευταία τροποποίηση: Κυριακή, 11 Μάιος 2014 21:13
 

Προσθήκη σχολίου

Βεβαιωθείτε ότι εισάγετε τις (*) απαιτούμενες πληροφορίες, όπου ενδείκνυται. Ο κώδικας HTML δεν επιτρέπεται.

Παρακαλώ, γράψτε τον παρακάτω αριθμό ασφαλείας:
4667